ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ
Τα Θεοφάνεια (ή Θεοφάνια) είναι η μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή της ανάμνησης της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου.
Το όνομα προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Η εορτή των Θεοφανείων λέγεται επίσης και Επιφάνεια (ή Επιφάνια) και Φώτα. Κατά τις ευαγγελικές περικοπές, στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ και επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής (που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος του Χριστού και διέμενε στην έρημο ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας), βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Κατά δε τη στιγμή της βάπτισης, κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα ακούσθηκε φωνή που έλεγε ότι: Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα". Το γεγονός έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές: ο Ματθαίος Γ':13-17 ο Μάρκος Α':9-11 και ο Λουκάς.Γ΄:21,22. Αυτή δε είναι και η μοναδική αναφορά εμφάνισης στη γη της Αγίας Τριάδας υπό του πλήρους «μυστηρίου» της Θεότητας.
Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζεται η μνήμη του γεγονότος της βάπτισης του Ιησού δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Φαίνεται όμως ότι αναφάνηκε πολύ νωρίς στη πρώτη Εκκλησία των χριστιανών. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωμ. βιβλ. α΄) αναφέρει πως κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί, στις αρχές του δεύτερου αιώνα εόρταζαν την ημέρα «προδιανυκτερεύοντες» και ότι η εορτή αυτή γινόταν κατ’ άλλους στις 6 και κατ’ άλλους στις 10 Ιανουαρίου. Κατά τον τρίτο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη τη χριστιανική Εκκλησία. Έτσι ενώ ο Gieseler ( Kirchengeschichte I ,376) δέχθηκε ότι πρώτοι οι Βασιλειδιανοί καθιέρωσαν την εορτή των Θεοφανίων, ο Neander (Kirchengeschichte I 386) θέτει το ερώτημα: πως από «αιρετικούς» το δέχθηκε η Εκκλησία; Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη μάλλον στην Αντιόχεια τη Μεγάλη και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί Βασιλειδιανοί... Κατά δε τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος». Η βάπτιση του Χριστού συμβολίζει την παλιγγενεσία του ανθρώπου, έχοντας έτσι μεγάλη σημασία, γι’ αυτό και μέχρι τον τέταρτο αιώνα οι χριστιανοί γιόρταζαν πρωτοχρονιά στη βάπτιση του Χριστού (6 Ιανουαρίου).
Με τη λήξη του τρίτου αιώνα προστέθηκε και άλλη έννοια στον εορτασμό, που άρχισε να πανηγυρίζεται και ως ημέρα της «εν σαρκί» φανερώσεως του Κυρίου. Ούτως και στην Αλεξάνδρεια κατά τον Κασσιανό και στη Κύπρο κατά Επιφάνιο. Από της εποχής λοιπόν αυτής άρχεται -κατά το πιθανότερο- και ο εορτασμός των Χριστουγέννων. Κατά τον τέτραρτο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ’ όπου και το όνομα «Φώτα», (Γρηγόριος Ναζιανζηνός λόγος 39, Αστερίου Αμάσ. Λόγος εις «εορτών των Καλανδών»). Στη δύση τα Θεοφάνια απαντώνται στα μέσα του τετάρτου αιώνα, αλλά από της εποχής αυτής φαίνεται στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και άλλη μια εορτή αφιερωμένη στη γέννηση του Ιησού στις 25 Δεκεμβρίου. Όταν πλέον καθιερώθηκε αυτή η ημερομηνία για τα Χριστούγεννα σε όλο τον χριστιανικό κόσμο, έγινε και ο διαχωρισμός της εορτής των Φώτων στις 6 Ιανουαρίου, στα μέσα του έκτου αιώνα.
ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ως κύρια έθιμα (ελληνικά) των Θεοφανίων θεωρούνται:
-Τα κάλαντα των Φώτων που λένε τα παιδιά τη παραμονή της εορτής. Από τα κάλαντα αυτά, μόνο το «κάλαντο» που λέγεται στη Πάτμο θεωρείται εξ ολοκλήρου θεολογικό κι απαλλαγμένο από κάθε άλλη επιρροή. Αυτό αρχίζει με τη δημιουργία του κόσμου και φθάνοντας την ημέρα που ο Θεός όρισε τα ύδατα συνεχίζει με το προπατορικό αμάρτημα της Εύας και αμέσως μετά αναγγέλλει τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό με μόνιμη επωδό το «καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά».
-H ανέλκυση του Σταυρού από κολυμβητές, τους βουτηχτάδες. Αυτός που πιάνει τον Σταυρό, αφού πρώτα τον φιλήσει τον περιφέρει στις οικίες και λαμβάνει πλούσια δώρα. Χαρακτηριστική απόδοση του εθίμου αυτού έχει γίνει και από τον ελληνικό κινηματογράφο στη ταινία «Μανταλένα» (έστω και κωμικοτραγικά), που γυρίστηκε στην Αντίπαρο με τον Παντελή Ζερβό (ως ιερέα) και την Αλίκη Βουγιουκλάκη (ως βουτηχτή).
-O αγιασμός των οικιών από τους ιερείς.
-Το «πλύσιμο» των εικόνων.
-O χορός των καλικάντζαρων.
Η εορτή των Θεοφανείων περικλείει και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων (ελληνικών) εθίμων. Στην αντίληψη του ελληνικού λαού τα Θεοφάνεια είναι «μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της Μακεδονίας (δυτικής) αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί».
Βασική τελετουργία των Θεοφανίων είναι ο «αγιασμός των υδάτων» με τη κατάδυση του Σταυρού κατά μίμηση της βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην ελληνική εθιμολογία όμως, ο εν λόγω αγιασμός έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία δε έννοια δεν είναι ασφαλώς χριστιανική, αλλά έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας ο αγιασμός γίνεται για πρώτη φορά την παραμονή των Θεοφανίων και λέγεται «μικρός αγιασμός» ή «πρωτάγιαση» ή «φώτιση». Με τη πρωτάγιαση ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με τον Σταυρό κι ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών. Η πρωτάγιαση είναι και το μέσο με το οποίο τρέπονται σε άγρια φυγή οι καλικάντζαροι, εκτός από το άναμμα μιας μεγάλης υπαίθριας φωτιάς.
Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανείων εντός των εκκλησιών, σε ειδική στολισμένη εξέδρα επί της οποίας φέρεται σκεύος γεμάτο ύδατος. Στη συνέχεια γίνεται η κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, σε γειτονικό ποταμό, λίμνη ή και στην ανάγκη σε δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). Κατά τη λαϊκή πίστη, η κατάδυση του Σταυρού δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών μετά τη κατάδυση τρέχουν στις παραλίες ή στις όχθες ποταμών ή λιμνών και πλένουν τα αγροτικά εργαλεία τους, ακόμη και εικονίσματα. Κατά τη κοινή λαϊκή δοξασία, ακόμη και τα εικονίσματα με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους, που την αποκτούν όμως εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Αυτή ακριβώς η διαδικασία δεν αποτελεί παρά μόνο πιστή επιβίωση των αρχαίων δοξασιών. Οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν την τελετή των γνωστών «πλυντηρίων» όπως την αποκαλούσαν, κατά την οποία μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς. Εκεί το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από ρύπους και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του αγάλματος. Σήμερα οι γυναίκες πολλών περιοχών επαναλαμβάνουν το αρχαίο έθιμο του πλυσίματος των εικόνων, συνδυαζόμενο όμως και με άλλες πράξεις μεσαιωνικής και αρχαίας μαγείας. Όπως στη Πλάκα της Μυτιλήνης, που την ώρα που βουτούν οι βουτηχτάδες να πιάσουν τον Σταυρό, οι γυναίκες παίρνουν με μια κρατούνα (νεροκολοκύθα) νερό από σαράντα κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ’ αυτό, καθαρίζουν τα εικονίσματα χωρίς να μιλούν σε όλη αυτή τη διαδικασία («άλαλο νερό»). Και στη συνέχεια ρίχνουν το νερό σε μέρος που δεν πατιέται (σε χωνευτήρι της εκκλησίας).
Επιμέλεια: Θοδωρής Μπακάλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου